Ο κόσμος δεν άλλαξε, Paul Baumer …

Photo by Polina Tankilevitch on Pexels.com

-Ζήτησες να με δεις?

-Ναι και σε ευχαριστώ που με δέχτηκες. Δεν ήξερα αν θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε αλλά βλέπω ότι καταλαβαίνω αυτά που λες.

-Γιατί το λες αυτό?

-Δεν έμαθα γερμανικά όσο ζούσα και είχα μία αμφιβολία αν θα ήταν δυνατή η επικοινωνία.

-Δεν είσαι καιρό στην χώρα των Πνευμάτων, καθώς φαίνεται. Εδώ όλοι μιλάμε την ίδια γλώσσα, την γλώσσα της καρδιάς που δεν ξέρει από λεξιλόγιο, γραμματική και συντακτικό.

-Κάτι κατάλαβα, να πω την αλήθεια, γιατί στον τομέα που εγκαταστάθηκα δεν βρήκα πολλούς από την χώρα μου.

-Ούτε χώρες υπάρχουν εδώ, φίλε.

-Θες τσιγάρο? Περιέργως με άφησαν να τα πάρω μαζί και το πιο περίεργο είναι το πακέτο μου ποτέ δεν αδειάζει.

-Το να δεχτώ το τσιγάρο σου, φίλε, ξέρεις, είναι μεγάλη υπόθεση. Θα είμαστε πλέον αδέλφια. Είναι άγραφος κανόνας. Στον πόλεμο ένα τσιγάρο έφερνε πιο κοντά τους πολεμιστές.

-Μα εδώ πλέον δεν έχει πόλεμο. Και αυτό, το κατάλαβα. Είσαι εδώ τόσα χρόνια και πιστεύω ότι το ξέρεις καλύτερα από εμένα που το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή.

-Το ξέρω αλλά είναι μία από τις συνήθειες που διατήρησα και εδώ για να μπορώ να ξεχωρίζω τους δικούς μου ανθρώπους. Δεν μου είπες, όμως, γιατί θες να με δεις?

-Όταν πέθανα ήμουν και εγώ γελαστός και θυμόμουνα ότι και εσύ με τον ίδιο τρόπο έφυγες και ήθελα να καταλάβω τον λόγο.

-Δεν το έχεις καταλάβει ακόμα?

-Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι είχε αρχίσει να είναι αβάσταχτη η κάθε μου μέρα χωρίς να μπορώ να βρω την αιτία. Ήμουν σε μια διαρκή πίεση και ένιωθα ασφυξία από την ανάγκη των γύρω μου να διεκδικήσουν το καλύτερο για την δική τους ζωή.

-Αυτό λέγεται επιβίωση, φίλε

-Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θα έπρεπε να βρίσκομαι σε μια διαρκή υφέρπουσα συγκρουσιακή κατάσταση με τους συνανθρώπους μου για να μπορώ να πετύχω κάτι καλύτερο για μένα. Και όλα αυτά τα βίωνα χωρίς να αισθάνομαι ότι ήταν επιλογή μου να βρίσκομαι εκεί που βρισκόμουν. Αλλά ποτέ, όσο κι αν το σκέφτηκα, δεν εγκατέλειψα την θέση μου. Μία αόρατη αλυσίδα καθήκοντος με κρατούσε γερά παγιδευμένο. Αλήθεια, Πωλ, εσύ γιατί δεν το έσκασες? Γιατί δεν πέταξες απλά το όπλο και να αφήσεις τους άλλους να λύσουν μόνοι τις διαφορές τους, για τις οποίες, εξάλλου, αυτοί ευθύνονταν για την ύπαρξη τους? Γιατί έμεινες εκεί ως το τέλος ενώ είχες καταλάβει το μάταιο του ζητήματος?

-Είναι πολύ απλό, φίλε. Γιατί είχα συντρόφους με τους οποίους είχα μοιραστεί το τσιγάρο και δεν ήθελα να τους απογοητεύσω. Που και αυτοί είχαν καταλάβει το μάταιο του ζητήματος αλλά δεν ήθελαν να πέσουν στα μάτια εκείνων που εκτιμούσαν την κρίση τους. Αυτό είναι το πρόβλημα, φίλε, και δεν συμβαίνει μόνο στα χαρακώματα. Όλοι καταλαβαίνουν το μάταιο αλλά είναι ελάχιστοι εκείνοι που εγκαταλείπουν την θέση τους, φίλε. 

-Και γιατί όταν πέθανες ήσουν γελαστός, Πωλ?

-Γιατί πλέον δεν με βασάνιζε η επιθυμία μου να φύγω και να ξαναγίνω άνθρωπος. Είχα καταφέρει να φύγω χωρίς να ντροπιαστώ.

-Εκεί, όμως, φίλε, δεν ποντάρουν και αυτοί που σε μπλέκουν σε τέτοιες καταστάσεις? Ότι δεν θα φύγεις την κρίσιμη στιγμή που η ζωή αντιδρά για να σε σώσει?

-Αν ήθελες, θα έφευγες, φίλε, και δεν θα ήσουν εδώ για να σου επιτρέπεται να μου μιλάς.

     Χωρίς να προλάβω να ρωτήσω κάτι ακόμα, ο Πωλ έφυγε αφήνοντας με μόνο χωρίς απαντήσεις και γεμάτο με περισσότερες από πριν ερωτήσεις._

Photo by Francesco Ungaro on Pexels.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s