Ένα κυριακάτικο πρωινό

Η Καίτη χαμογέλασε στο μικρό αγοράκι που έτρωγε απέναντι της το παγωτό του. Εκείνο προσηλωμένο στην απόλαυσή του δεν αντέδρασε στην αυθόρμητη κίνηση της κοπέλας. Ο κόσμος τριγυρνούσε νωχελικά στα φιδωτά δρομάκια του πάρκου. Η πρωινή δροσιά λαμπύριζε στα φύλλα της τριανταφυλλιάς που βρισκόταν δίπλα στην Καίτη. Εκείνη έκοψε ευλαβικά ένα φυλλαράκι και το έβαλε με μια αργή πειθαρχημένη κίνηση ως σελιδοδείκτη μέσα στο βιβλίο της. Το παιδάκι είχε φτάσει πλέον στο χωνάκι του παγωτού, ενώ η μητέρα του για να το πειράξει του ζητούσε να της δώσει μια μικρή δαγκωνιά. Εκείνο λαίμαργα έβαλε στο στόμα του το κομμάτι από το χωνάκι που είχε απομείνει για να το «σώσει», ενώ η μητέρα του γελούσε ανοιχτόκαρδα με την απρόσμενα εγωκεντρική του αντίδραση. Μία παρέα παιδιών έβγαλε την Καίτη από την ονειροπόληση της και ανοίγοντας και πάλι το βιβλίο της, ξαναδιάβασε την φράση που πυροδότησε μύριες σκέψεις στο μυαλό της. «Η μοίρα των ανθρώπων είναι ο θάνατος». Ανακάλεσε στο μυαλό της τις σελίδες του βιβλίου του Μ. Καραγάτση που είχε ήδη διαβάσει, βλέποντας αρχικά τον Γιούγκερμαν να τριγυρνάει παιδί στην αυλή του σπιτιού του στο Ταμερφορς, να κατεβαίνει από το πλοίο στον Πειραιά, να δουλεύει επιδέξια και σκληρά ως υπάλληλος της Τράπεζας, να δονείται από το πόθο του για την Ντάινα, να ευφραίνεται με την συνύπαρξη του με την Βούλα. Η Καίτη αναρωτιόταν τί θα επιθυμούσε να είναι αυτή για έναν άντρα: Η Βούλα ή η Ντάινα; Πάλευε ακόμα μέσα της να καταλάβει τί είχε μεγαλύτερη αξία. Να διαφεντεύεις το μυαλό και την καρδιά ενός άντρα ή να μονοπωλείς με τρόπο άγριο και ορμητικό τον πόθο του. «Μακάρι να μπορούσα να κυριαρχώ πλήρως σε όλα τα επίπεδα» σκέφτηκε «αλλά αν ήταν να διαλέξω, θα προτιμούσα να είμαι η προσωποποίηση του πόθου για αυτόν».

Ο Πάνος κατέβηκε νευρικά τα σκαλιά της εισόδου έξω από το σπίτι του και κατευθύνθηκε προς το πάρκο. Ήξερε ότι η Καίτη κατέβαινε τα πρωινά της Κυριακής για να πάρει τον αέρα της. Είχε καιρό να την δει από τότε που έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι με τον «Έκτορα», το δεξαμενόπλοιο-κόσμημα στον στόλο της οικογένειας Σαλευρή. Η ζωή στην θάλασσα δεν του άρεσε, αλλά όταν πέθανε η μητέρα του έψαχνε απεγνωσμένα μία αφορμή για να φύγει από τον Πειραιά. Μόλις ο θείος του έριξε την ιδέα για την δουλειά στο πλοίο, όλη του η διστακτικότητα εξαϋλώθηκε. Αποδέχθηκε άμεσα την δουλειά και τίμησε την εμπιστοσύνη των Σαλευρήδων με την φιλόπονη και αγόγγυστη εργασία του. Την Καίτη την είχε γνωρίσει όταν επέστρεψε από το πρώτο του ταξίδι. Εργαζόταν στα γραφεία της εταιρείας και ήταν γραμματέας του Νέστορα Σαλευρή, του μεγαλύτερου γιου της οικογένειας. Από τότε, κάθε φορά που έφευγε, σκεφτόταν πως με την επιστροφή θα αποφάσιζε να πει στην Καίτη πώς αισθανόταν για αυτήν και θα παρατούσε άμεσα την δουλειά για να μην αναγκάζεται να την αποχωρίζεται. Έψαχνε πάντα μια ευκαιρία για να πάει στα γραφεία της εταιρείας και να την συναντήσει. Η Καίτη τον υποδεχόταν με το ζεστό της χαμόγελο και προσπαθούσε να τον εξυπηρετήσει με τις εκκρεμότητες του. Είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους μια φυσική οικειότητα που πυροδοτούσε όλο και πιο πολύ τον πόθο του για αυτήν. Πάντα, όμως, κάτι συνέβαινε και δεν προλάβαινε να της πει τα όσα του έρχονταν στο μυαλό. Αναλωνόταν να της εξιστορεί τις περιπέτειες του από τα ταξίδια, για την μοναξιά που ένιωθε κάτι στιγμές στην θάλασσα, όταν η μόνη του συντροφιά ήταν η θύμηση των περασμένων, για τα σχέδια του όταν θα σταματούσε τα ταξίδια. Και όταν το μόνο που απέμενε, ήταν απλά να γείρει το κεφάλι του και να ακουμπήσει τα χείλη του στα χείλη της, πάντα κάτι συνέβαινε, που σαν το θυμόταν την ώρα που το πλοίο του έβγαινε από το λιμάνι του Πειραιά, του στοίχειωνε τις σκέψεις με παράπονο. Την πρώτη φορά ήταν ο κύριος Νέστορας Σαλευρής που κάλεσε την Καίτη για κάτι επείγον. Την δεύτερη φορά την κρίσιμη στιγμή η Καίτη δέχθηκε τηλεφώνημα ότι γέννησε η αδελφή της. Την τρίτη φορά ο Πάνος είχε δεχθεί επείγον τηλεφώνημα από τον πλοίαρχο του «Έκτορα». Την τέταρτη φορά είχαν πάει για φαγητό και ο Πάνος είχε βαρυστομαχιάσει σε σημείο που δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.

Εκείνη την ημέρα, όμως, αισθανόταν ότι είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Είχε δεχθεί και πάλι τηλεφώνημα για κάτι επείγον από τον Νεστορα Σαλευρή, αλλά προετοιμασμένος από την προηγούμενη φορά, τον απέφυγε επιδέξια προφασιζόμενος τον άρρωστο. Δεν ήταν ικανός να λέει ψέμματα αλλά είχε αποφασίσει ότι τίποτε δεν θα τον σταματούσε πια. Καθώς έστριψε στην οδό Αχιλλέως για να κατευθυνθεί στην είσοδο του πάρκου, έμεινε άγαλμα όταν έπεσε σχεδόν επάνω στον Νεστορα Σαλευρή. Κρατούσε στα χέρια δυο καφέδες για να πιουν με την Καίτη. Ο Σαλευρής κοίταξε με έκπληξη τους καφέδες και εν συνεχεία χωρίς να μιλήσει απηύθυνε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον Πάνο. Στην αμηχανία της στιγμής, ένα κωμικό τόνο έδινε η επιμονή ενός μικρού παιδιού που ζητούσε και δεύτερο παγωτό από την μητέρα του καθώς έβγαιναν από το πάρκο. Ο Πάνος έσπευσε να δικαιολογηθεί στον Σαλευρή για τα ροφήματα, λέγοντας πως είχε βγει για να βρει κάτι ζεστό για το λαιμό του και ότι του ήρθε η ιδέα να πάρει λίγο αέρα στο πάρκο. Ο τετραπέρατος διευθυντής που επόπτευσε τον χώρο γύρω του εντοπίζοντας την Καίτη, δέχθηκε με αρκετά πειστικό τρόπο τα λόγια του υπαλλήλου του και αφού τον χαιρέτησε εγκάρδια, απομακρύνθηκε γελώντας μόνος του καθώς σκέφτηκε ότι «ουχί καράβι σέρνει μόνον αλλά και το πλήρωμα αυτού»

Ο Πάνος κατευθύνθηκε με αποφασιστικό βήμα προς το παγκάκι που καθόταν η Καίτη. Εκείνη τον είδε να έρχεται και έκλεισε το βιβλίο με ένα φυσικό τρόπο, λες και τον περίμενε. Ένας δρομέας, που έτρεχε ασθμαίνοντας, του έφραξε προσωρινά τον δρόμο και αναρωτήθηκε αν θα φάνηκε αστείο στην Καίτη το απότομο σταμάτημα του, γιατί την είδε – ή τουλάχιστον έτσι του φάνηκε- ότι χαμογελούσε. Κάθησε δίπλα της και χωρίς να μιλήσει της προσέφερε τον καφέ. Της εξιστόρησε απνευστί το συμβάν με τον Σαλευρή στην είσοδο του πάρκου αλλά και την έμπνευση του για την φανταστική του ασθένεια. Γέλασαν και οι δυο από ψυχής και αυτό τους έφερε πιο κοντά.«Νόμιζα ότι ερχόσουν αύριο» του είπε σοβαρεύοντας ξαφνικά εκείνη. «Εγώ πάλι νόμιζα ότι δεν έφυγα ποτέ» της απάντησε. Δυό παππούδες που τσακώνονταν για τα πολιτικά πέρασαν δίπλα από το παγκάκι και συνέχισαν την βόλτα τους προς το βάθος του πάρκου. Ο ήλιος έπαιζε κρυφτό ανάμεσα από τα φύλλα των δέντρων, ενώ από στιγμή σε στιγμή πίστευες ότι θα γέμιζε ο τόπος από Πάνες και Νύμφες. Το πάρκο ζωντάνευε με ένα μαγικό τρόπο και ένιωθες ότι ο ήχος που έκαναν τα φύλλα από την κίνηση του αέρα ήταν οι ανάσες του.

Ο Πάνος ένιωθε ιδανική την στιγμή να μιλήσει για αυτά που θα έπρεπε να είχε από καιρό πει. Πριν προλάβει να αρθρώσει μία λέξη, όμως, η Καίτη τον πρόλαβε. «Θα ήθελες να είσαι για μια γυναίκα ο Γιούγκερμαν ή ο Καραμάνος;» «Δεν ξέρω ούτε τον έναν, ούτε τον άλλο» είπε αυτός φοβούμενος πώς θα αξιολογούσε την άγνοια του η Καίτη. «Δεν έχει σημασία» του είπε εκείνη « Πότε φεύγεις ξανά;» συνέχισε. «Εξαρτάται» της είπε εκείνος με νόημα. «Εσύ ξέρεις καλύτερα, Πάνο», του απάντησε προφητικά εκείνη. Τα τελευταία της λόγια τον αποπροσανατόλισαν. Αισθάνθηκε ότι έπρεπε να τραπεί σε άτακτη φυγή. Προφασίστηκε ότι έπρεπε να μιλήσει με τον Σαλευρή και την ρώτησε αν ήθελε να φύγουν μαζί προς το σπίτι. Εκείνη τον ακολούθησε πειθήνια. Το πάρκο, τους αποχαιρετούσε με τις φωνές των παιδιών που συνέχιζαν το παιχνίδι τους. Κάτω από το σπίτι της Καίτης μίλησαν για κάμποση ώρα για ζητήματα ανάλαφρα και ακίνδυνα. Του είπε τα σχέδια της. Είχε αποφασίσει να ξεκινήσει κάτι μαθήματα παλαιογραφίας αλλά και να εγγραφεί σε μια σχολή χορού. «Νιώθω ότι το σώμα μου χρειάζεται κίνηση» του είπε με σιγουριά. Εκείνος της παινεύτηκε, νομίζοντας ότι ισοφάριζε, ότι θα άλλαζε το αμάξι του όταν θα επέστρεφε από το καινούργιο του ταξίδι και ότι θα έπαιζε κάποια χρήματα στο Χρηματιστήριο. Ενώ ήταν στον αποχαιρετισμό, ένας μεθυσμένος ζητιάνος κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Ήρθε με απόλυτα φυσικό τρόπο και τους ζήτησε χρήματα. Ο Πάνος του έδωσε όσα κέρματα έπιασε τυχαία από την τσέπη του. Άφησε την Καίτη που έψαχνε την τσάντα της για τα κλειδιά και απομακρύνθηκε με γοργό βηματισμό. Όταν έκλεινε την πόρτα της εισόδου της πολυκατοικίας της, γεμάτη ερωτήματα στο μυαλό της, δεν άκουσε το βίαιο φρενάρισμα του αυτοκινήτου, που ήρθε αργά, όμως, και εκσφενδόνισε τον Πάνο στην κολώνα. Ήρεμος, πλέον, με μάτια ανοιχτά αλλά δίχως ζωή, ατένιζε τους Πάνες και τις Νύμφες που είχαν βγει από το πάρκο και τον κοιτούσαν βουβοί, γεμάτοι θλίψη. Ο μεθυσμένος ζητιάνος είχε χαθεί από τον δρόμο. Καθόταν χαρούμενος στο πάρκο και απολάμβανε το κρασί που μόλις είχε αγοράσει με τα κέρματα που του είχε δώσει εκείνος ο κύριος._

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s