Patria potestas

Ο κύριος Μελέτης ανήκει στην συνομοταξία εκείνη των ανθρώπων που πιστεύουν ότι η ανθρώπινη φύση, όχι μονάχα είναι τόσο κακή, όσο φαίνεται, αλλά και πολύ χειρότερη. Προσωπικά θα λυπόμουνα πολύ να αποδεικνυόταν ότι έχει δίκιο.

Εδώ και χρόνια ο κύριος Μελέτης Αναγνώστου καταξευτελίζει με τέτοιο τρόπο τις αθώες προθέσεις ακόμα και ενός μωρού που είναι δύσκολο να μην νιώσει κανείς την παραμικρή συμπάθεια για το δύσμοιρο το ανθρώπινο γένος. Θαρρείς και εκείνος είναι άρτι αφιχθείς από τον Όλυμπο και του οφείλουμε όλοι ευγνωμοσύνη για τις ώρες του που καταδέχεται να τις περάσει στην γη.

Θα μπορούσε να με αφήνουν τελείως αδιάφορο οι αφορισμοί και οι κατηγόριες του, που αφειδώς εκστομίζονταν καθημερινώς, αν δεν τύχαινε ο κύριος αυτός να είναι και πατέρας μου. Όταν άρχιζα να αντιλαμβάνομαι την γλώσσα σε ικανοποιητικό βαθμό, γύρω στην ηλικία των πέντε χρόνων μου, έγινα αυτομάτως και δέκτης της αφοριστικής του διάθεσης. Οι σεμνές μου υπεκφυγές στο άκουσμα της επιθετικής του ρητορείας, χαρακτηρίζονταν από αυτόν άλλοτε ως αδυναμία και άλλοτε ως υποκρισία ανάλογα με την διάθεση που είχε προς το πρόσωπο μου την κάθε μέρα. Όταν δε, αποφάσιζα να του αντιτάσσω την εύγλωττη σιωπή μου, στα μάτια του πλέον φάνταζα ως προδότης έναντι της πατρικής του αυθεντίας. Με αφορμή ασήμαντα λεκτικά μου ολισθήματα εύρισκε την ευκαιρία να κατηγορήσει ολόκληρη την νεολαία – υπενθυμίζω στον αφηρημένο αναγνώστη ότι ήμουν μόλις πέντε χρονών- για έλλειψη φιλομάθειας, τεμπελοσύνη και αριβισμό. Σε αυτά τα ξεσπάσματα, θεωρούσα μάταιο να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και τους συνομηλίκους μου και απλώς περιοριζόμουν στο να του βγάλω επιδεικτικά την γλώσσα τρέχοντας γρήγορα στο δωμάτιο μου για να μην προλάβω να ακούσω το καινούργιο ξέσπασμα του.

Στα επόμενα χρόνια η κριτική του γινόταν όλο και πιο καυστική και εριστική καθώς ήταν δεδομένο πλέον για αυτόν ότι η ανθρωπότητα βάδιζε προς την καταστροφή, θεωρώντας, φυσικά και εμένα, μεταξύ άλλων, ως υπεύθυνο για αυτό. Στις ελάχιστες στιγμές της γαλήνης του ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος που χάζευε ποδόσφαιρο στην τηλεόραση και έτρωγε το φαγητό της μητέρας μου. Η καρδιά μου ένιωθε αγαλλίαση εκείνες τις στιγμές γιατί δεν ασχολιόταν κανείς μαζί μου. Φυσικά αυτό ήταν μικρή ανάπαυλα γιατί σε λίγο ξαναφορούσε τον μανδύα του ιεροεξεταστή και συνέχιζε το πύρινο κήρυγμα του.

Υπό αυτές τις συνθήκες έψαχνα να βρω τον πιο γρήγορο τρόπο για να απεμπλακώ από την εστία της πατρικής εξουσίας. Φυσικά, δεν με ενδιέφεραν καθόλου το σχολείο και οι σπουδές. Η σχολική ρουτίνα είχε ένα ενδιαφέρον μονάχα για τις ευκαιρίες που μου έδινε για να φλερτάρω τις όμορφες συμμαθήτριες μου. Η ιδέα του φευγιού εδραιώθηκε μέσα μου στο τέλος της β´ λυκείου. Είχα αποφασίσει η επόμενη χρονιά να αφιερωθεί στην προετοιμασία της απόδρασης. Στην ουσία το σχέδιο ήταν να κλέβω τρία ευρώ ημερησίως από την τσέπη του παντελονιού του πατέρα μου. Το καλοκαίρι της γ´ λυκείου, όπου κατάφερα να μείνω σε 10 από τα 14 μαθήματα, η μεγάλη στιγμή είχε φθάσει. Άφησα ένα σύντομο σημείωμα- πιο πολύ για την μάνα μου γιατί ήξερα ότι ο πατέρας μου δεν νοιαζόταν και πολύ- και έφυγα για το Λονδίνο – ήμουν ήδη ενήλικος.

Όταν πριν τρεις μέρες μίλησα τυχαία με έναν παλιό μου γείτονα και μου είπε για την βαριά ασθένεια του πατέρα μου, αντανακλαστικά πήρα το πρώτο αεροπλάνο και κατέβηκα στην Ελλάδα. Παρά τα δεκαπέντε χρόνια που έλειπα μπήκα αποφασιστικά στο δωμάτιο του νοσοκομείου που είχα μάθει ότι νοσηλεύεται. Η μάνα μου με κοίταξε βουβή και δεν αντέδρασε καθόλου. Ο ετοιμοθάνατος πατέρας μου κατέβαλε προσπάθεια για να ανοίξει τα μάτια του – λες και ένιωσε την παρουσία μου στον χώρο- και ξέπνοος εκστόμισε τον χαιρετισμό του: «Καλώς τον αριβίστα!». Βγήκα από το δωμάτιο χωρίς να έχω την δύναμη να του πω το παραμικρό. Πήγα στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων – ευτυχώς είχα κρατήσει τα κλειδιά – και περίμενα υπομονετικά την μητέρα μου. Το επόμενο πρωί με ξύπνησε η μάνα μου βρίσκοντας με να κοιμάμαι στον καναπέ και με ενημέρωσε ότι ο πατέρας μου είχε πεθάνει.

Στην κηδεία του εμφανίστηκαν,εκτός από μένα και την μητέρα μου, τρεις άνθρωποι. Δεν μου έκανε εντύπωση, φυσικά, αυτό γιατί δεν φανταζόμουν ότι θα φερόταν καλύτερα στους άλλους απ´ ο, τι φερόταν σε μένα. Κάθισα άλλη μια εβδομάδα στην Ελλάδα και επέστρεψα στο Λονδίνο. Την ημέρα της αναχώρησης μου επισκέφτηκα το φρεσκοστημένο μνήμα του πατέρα μου. Είχα ένα κατσαβίδι και ξεκόλλησα κάποια από τα μεταλλικά γράμματα που συνέθεταν το όνομα του και μετά με ένα μαρκαδόρο μαύρο συμπλήρωσα τα κενά. «Μαιλαιτις Αναγνοστου». Έφυγα από το νεκροταφείο ήρεμος πια. Ήταν η πρώτη φορά που δεν αντέδρασε στα γλωσσικά μου ολισθήματα. Ας αναπαύσει ο θεός την ψυχή του._

Σχολιάστε