
Η σκληροτράχηλη και πεισματάρικη κρητική φύση του πατέρα μου μαλάκωσε κάπως με την επιλογή συζύγου. Η μητέρα μου, Ισμήνη Λυγερού, με καταγωγή από ένα ορεινό χωριό της Άρτας, είχε μετοικήσει στην Αθήνα, όπου και γνώρισε τον Χρήστο Ρεθυμνιωτάκη, το 1975. Γνωρίστηκαν στον γάμο της πρώτης ξαδέλφη του πατέρα μου, της Αθηνάς, με ένα Μυτιληνιό ράφτη, ονόματι Σέργιο Γεναρέλλη, ο οποίος είχε στην δούλεψη του την μητέρα μου.
Η ισορροπημένη και ήρεμη ιδιοσυγκρασία της μητέρας μου κράτησε τον γάμο τους, παρά τα προβλήματα που ήρθαν μαζεμένα μετά την γέννηση των διδύμων αδελφών μου, της Μαρίας και της Ξένιας. Τον Ιούνιο του 1987 ο ενθουσιασμός από την επιτυχία της εθνικής ομάδας μπάσκετ, είχε ως αποτέλεσμα την δική μου σύλληψη. Στις 5 Φεβρουαρίου του 1988 γεννήθηκα με ειλημμένη ήδη την απόφαση να λάβω το όνομα “Ολύμπιος”, το οποίο, εάν δεν είχα γνωρίσει τον συνονόματο παππού μου, θα πίστευα ότι οφειλόταν στο όνομα του πελαργού, μασκότ της διοργάνωσης του Ευρωμπάσκετ του ’87.
Οι γονείς μου εξελίχθηκαν σε ένα πολύ ευτυχισμένο ζευγάρι που απέκτησε άλλους δύο γιούς μετά από εμένα, τον Ιωσήφ, που ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα μου – κρεοπώλης – και τον Ιάκωβο, με τον οποίο, πέραν όλων των άλλων, μοιραζόμαστε τα τελευταία δύο χρόνια το ίδιο κελί στις φυλακές Κορυδαλλού.
Στο υπερβατικό επίπεδο όπου και αναζητώ τις αιτίες της κατάληξης μας, έχω πεισθεί ότι αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι γεννήθηκα πρόωρος κατά ένα μήνα. Αυτή η ανυπομονησία να βγω από την κοιλιά της μάνας μου, με συντρόφευε σε όλες τις πτυχές της ζωής μου. Ένεκα τούτου, ήθελα να γίνω άμεσα πλούσιος για να μπορώ να έχω δικαίωμα στην απομόνωση μου και πλήρη κυριότητα στο χρόνο της ζωής μου.
Αν και ασκούσα το επάγγελμα του δικηγόρου από το 2015, μολονότι έξυπνος και επιτυχημένος στην δουλειά μου, δεν κατάφερνα να έχω τα εισοδήματα που θα μου επέτρεπαν να σταματήσω να αγχώνομαι διαρκώς και να αναλώνω την φαιά ουσία μου για τον καθημερινό μου βιοπορισμό. Ήμουν ακόμα τότε ένα παιδί που αγνοούσε πως μόνο ως ήρωας ενός μυθιστορήματος θα μπορούσα να έχω αυτή την τύχη.
Στα μέσα του 2019 μια ανεξήγητη άρνηση που με κατέλαβε για τα πάντα συρρίκνωσε αποφασιστικά τα εισοδήματα μου. Χωρίς λόγο είχα ξυπνήσει ένα πρωί και είχα διαγράψει με ένα μαγικό τρόπο κάθε εκλογίκευση που είχα επιστρατεύσει για να ανέχομαι την ζωή που έκανα ως τότε.
Ο αδελφός μου, ο Ιάκωβος, ήταν ένας απαίδευτος άνθρωπος που δεν δυσκολεύτηκα να πείσω για το εγχείρημα της ληστεία στην τράπεζα. Η εμπιστοσύνη του στον μεγαλύτερο αδελφό ήταν αρκετή για να προσχωρήσει άμεσα και χωρίς πολλές ερωτήσεις στην εγκληματική πρωτοβουλία μου. Σε μια στιγμή χαλάρωσης κατά την διάρκεια της δίκης μας, μου είπε: “Να ζητήσουμε να μας βάλουν στο ίδιο κελί”. Αυτό ήταν το μόνο μέλημα του. Διανοητικά ζούσε και ζει σε ένα λιγότερο δαιδαλώδη κόσμο από ό,τι εγώ.
Δεν ένιωσα ποτέ τύψεις που έμπλεξα τον αδελφό μου σε αυτή την ιστορία. Με τα μυαλά που κουβαλάει, θεωρώ δεδομένο ότι θα είχε μπλέξει σε πολύ χειρότερες καταστάσεις ακόμη και χωρίς την δική μου συνδρομή. Τώρα τουλάχιστον θα τον έχω υπό τον άμεσο έλεγχο μου για όσο καιρό θα μείνουμε στην φυλακή.
Όσο για μένα, θεωρώ καλοτυχία την εξέλιξη που πήραν τα πράγματα, καθώς επιτεύχθηκε, έστω και ουσιωδώς παραλλαγμένη, η ανάγκη μου να απομονωθώ και να εξαφανιστώ από την ζωή που ζούσα. Εδώ μέσα θα γίνω ένας σταθερός άνθρωπος και θα μάθω εκ νέου να αγαπώ τον εαυτό μου και την ζωή γενικότερα. Θα πάψω να νιώθω ένας απογοητευμένος διανοούμενος και θα στρωθώ στο γράψιμο για να μπορώ να κρίνω – στην αποφυλάκιση μου πια – εάν η έλλειψη χρόνου που ένιωθα ότι μου δημιουργούσε η δουλειά μου, ήταν η αιτία της συγγραφικής μου αφλογιστίας.
Κοιτάζω τον αδελφό μου, που κοιμάται στο διπλανό κρεβάτι και μου έρχεται στο μυαλό μια ανάμνηση από κάποιο καλοκαίρι της παιδικής μας ηλικίας, που την φαντασία μου είχαν πυροδοτήσει πρόωρα “Οι περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν, και έβλεπα, όπως τώρα, τον αδελφό μου να κοιμάται στο κρεβάτι δίπλα μου. Τον είχα ξυπνήσει με ένα ελαφρύ σπρώξιμο και του είχα προτείνει να φύγουμε κρυφά με το καΐκι του παππού. Εκείνος, ως συνήθως, είχε σηκωθεί πρώτος για να υλοποιήσουμε την τρέλα μου. “Άμα πάει κάτι στραβά, τουλάχιστον θα μας τιμωρήσουν μαζί” είχε πει και άρχιζε να βάζει τα παπούτσια του._
