Φάλτσα χαμόγελα

Οι οδηγίες ήταν σαφείς. Στις 3 η ώρα τη νύχτα έπρεπε να βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι, στο οποίο ο ένας δρόμος του οδηγούσε στην θάλασσα. Έπρεπε να έχει πανσέληνο κι εμείς να φοράμε ρούχα μαύρα που θα είχαν μείνει για 30 μέρες στην ύπαιθρο, κάτω από μία αμυγδαλιά. Οι αντιρρήσεις μου υπήρξαν έντονες και προσπάθησα με κάθε τρόπο να μεταπείσω την Μυρτώ, ώστε να αναβάλουμε το εγχείρημα, φοβούμενος ότι μετά βεβαιότητος θα καταλήγαμε σε κάποιο κρατητήριο Αστυνομικού Τμήματος.

Η ενασχόλησή της γυναίκας μου με τον χώρο του αποκρυφισμού ξεκίνησε κατά την διάρκεια της πανδημίας. Η αφορμή δόθηκε όταν της πρότεινα να διαβάσει το Εκκρεμές του Φουκώ του Ουμπέρτο Έκο. Στην ταραγμένη ψυχοσύνθεσή της -είχαμε μόλις χάσει ένα παιδί στον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης- τα ζητήματα του απόκρυφου άνοιξαν νέους ορίζοντες για να καλπάσει η αχαλίνωτη φαντασία της. Σύντομα το σπίτι γέμισε με βιβλία σχετικά με το αντικείμενο. Επί ένα μήνα το βασικό θέμα των συζητήσεων μας είχε γίνει η Μπλαβάτσκυ. Εν συνέχεια, ακολούθησε μια εμμονή με τον Ελιφάς Λέβι, ενώ μετά το πρώτο τρίμηνο άρχισε να μελετά με περισσή σπουδή γριμόρια και σολομωνικές. Ποτέ μου δεν πίστεψα ότι η Μυρτώ έβλεπε με σοβαρότητα αυτήν της την ενασχόληση καθώς είχα την εντύπωση πως τα έβλεπε όλα αυτά με σαρκαστική διάθεση. Η ηρεμία μου άρχισε να ταράζεται όταν βρήκα ραμμένο στην φόδρα της τσέπης του σακακιού μου ένα ύφασμα στο οποίο ήταν ζωγραφισμένο ένα μαγικό τετράγωνο. Όταν έφερα την συζήτηση στο ζήτημα, η απάντηση της με έκανε να καταλάβω πως η σύζυγος μου ήταν πλέον μια ένθερμη οπαδός του αποκρυφισμού. «Το έβαλα εγώ για να σε προστατεύει από τις κακές σκέψεις των συναδέλφων σου.» ήταν η απάντηση της, την οποία εκστόμισε χωρίς να εντοπίσω την παραμικρή σύσπαση στα χαρακτηριστικά του προσώπου της, η οποία να υποδηλώνει περιπαικτική διάθεση. Θεώρησα φρόνιμο να μην αντιδράσω άμεσα, με την ελπίδα ότι με τον καιρό θα ξεθώριαζε η θέρμη της. Τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους κατάλαβα πλέον ότι η κατάσταση είχε αρχίσει να σοβαρεύει. Όταν σηκώθηκα το πρωί και δεν την βρήκα δίπλα μου στο κρεβάτι, τίποτα δεν προμήνυε την έκπληξη που μου επιφύλασσε η συνέχεια. Με τα μάτια μισόκλειστα από την νύστα την αναζήτησα στο σαλόνι. Όταν την βρήκα γυμνή μπροστά στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο να κρατάει ένα κερί αναμμένο και να προφέρει λέξεις σε ακαταλαβίστικη γλώσσα, η πρώτη μου σκέψη ήταν να φύγω τρέχοντας από το σπίτι. Συγκράτησα την αρχική μου παρόρμηση και την πλησίασα με βήμα διστακτικό χωρίς να της μιλήσω. Η Μυρτώ συνέχισε την περίεργη της τελετουργία δίχως να ενοχληθεί από την δική μου παρουσία. Αμφιταλαντεύθηκα αν θα έπρεπε να της ρίξω λίγο παγωμένο νερό στο πρόσωπο, μήπως και συνέλθει ή να της μιλήσω με ηρεμία για να αποκλείσω το ενδεχόμενο μήπως το ευφάνταστο αυτό σκηνικό που είχε στήσει ήταν μια μορφή ιδιότυπου ερωτικού καλέσματος. Την φώναξα ήρεμα με το όνομα της και αυτή με την ίδια ηρεμία μου απάντησε πως δεν την λένε Μυρτώ. Της έπιασα το χέρι για να βεβαιωθώ ότι δεν είναι υπνοβάτης. Η αντίδραση της ήταν άμεση. «Εκάτη να με φωνάζεις» είπε και γυρνώντας με φίλησε με τον πιο παθιασμένο τρόπο που είχα βιώσει ποτέ. Αφού κάναμε έρωτα μπροστά στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο γυρίσαμε στο κρεβάτι, όπου και κοιμηθήκαμε για όλη την υπόλοιπη μέρα. Το επόμενο πρωινό και οι δύο προσποιηθήκαμε ότι δεν έχει συμβεί τίποτα περίεργο την προηγούμενη μέρα. Τον Φλεβάρη του επόμενου έτους η Μυρτώ διαπιστωσε ότι ήταν και πάλι έγκυος. Από τότε οι μέρες κύλησαν με ανανεωμένη διάθεση και γεμάτες προσμονή για το μωρό που θα ερχόταν. Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι η κλίση της προς τον αποκρυφισμό είχε εξαφανιστεί. Ένα βράδυ του Ιουνίου πριν κοιμηθούμε μου ανακοίνωσε με σοβαρό ύφος πως το επόμενο βράδυ έπρεπε να κάνουμε μια τελετή εξαγνισμού για να προστατεύσουμε την ψυχή του κυοφορούμενο τέκνου μας. Ήταν η κατάλληλη μέρα διότι θα είχε πανσέληνο, ενώ επιπλέον με ενημέρωσε ότι είχε έτοιμα τα μαύρα ρούχα που θα έπρεπε να φορέσουμε καθώς τα είχε αφήσει κάτω από μία αμυγδαλιά για τριάντα ημέρες. Επιστράτευσα κάθε πειστικό επιχείρημα που διέθετα για να της αλλάξω γνώμη, χωρίς, όμως, να στεφθούν με επιτυχία οι πραγματικά φιλότιμες προσπάθειες μου. Αφού φόρεσα με ταραχή τα μαύρα ρούχα που μου είχε ετοιμάσει, βγήκαμε από το σπιτι γύρω στις 2:30 τη νύχτα και κατευθυνθήκαμε με τα πόδια προς την συμβολή των οδών Α. και Μ. Όταν φτάσαμε στο σημείο, μου κράτησε το χέρι και μείναμε σιωπηλοί για λίγο μέχρι να φτάσει η ώρα 03:00. Στραφήκαμε προς την θάλασσα που έβλεπε η οδός Α. και αφού η Μυρτώ άρχισε να λέει κάτι ακαταλαβίστικα λόγια πετάξαμε στο μέσον της οδού ένα αβγό που είχε φέρει μαζί της και φυσήξαμε τρεις φορές προς την κατεύθυνση της θάλασσας. Για καλή μας τύχη κανείς δεν είχε αντιληφθεί το νοσηρό μας τελετουργικό. Στον δρόμο της επιστροφής και ενώ ήμουν εμφανώς βυθισμένος σε έντονη περισυλλογή για τα μέτρα που έπρεπε να πάρω για να προστατεύσω την σύζυγο μου και το κυοφορούμενο παιδί μας, το κελαρυστό γέλιο της Μυρτώς μου δημιούργησε μια έντονη ανησυχία. Περπατούσε και γελούσε ενώ εγώ προχωρούσα χωρίς να στρέψω το βλέμμα μου για να την κοιτάξω. Σταμάτησε το περπάτημα και μου τράβηξε το χέρι που εξακολουθούσε να την κρατά για να σταματήσω και εγώ. «Θαύμασα την ψυχραιμία σου» μου είπε «Δεν περίμενα ότι θα ερχόμασταν αλλά μάλλον με αγαπάς πολύ και για αυτό δεν αντέδρασες» Την κοίταζα με απορία για να καταλάβω πού θα οδηγούσε το λογύδριο της. «Ήθελα να στο ανακοινώσω με θεαματικό τρόπο» συνέχισε « Αγοράκι είναι το μωρό. Το έμαθα σήμερα» Μου έδωσε ένα φιλί και συνεχίσαμε την επιστροφή προς το σπίτι. Ένιωθα ανακουφισμένος και χαρούμενος. Της μιλούσα για το παιδί και για τις χαρές που θα μας έδινε. Καθώς ανεβαίναμε με το ασανσέρ δεν κρατήθηκα και της είπα «Βρε Μυρτώ, γιατί τόση θεατρικότητα; Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι το χάνεις» Τότε ήταν που το ασανσέρ σταμάτησε και έσβησε το φως. Το επόμενο πράγμα που την άκουσα να λέει ήταν: «Δεν με λένε Μυρτώ. Εκάτη να με φωνάζεις»…_

Σχολιάστε