
Στην γωνιά μιας καφετέριας, εκεί που ο ήχος των φλιτζανιών αναμιγνύεται με το βουητό της πόλης, κάθισα και πάλι. Στην ίδια καρέκλα, με το ίδιο φως να μπαίνει από το πάνω παράθυρο, ερχόμενο πάντα διαγώνια, σαν να έγερνε κι αυτό από την κούραση του κόσμου.
Και τότε τον άκουσα.
Ένας καυγάς, συνηθισμένος σε τούτο το μέρος, ανάμεσα στο αφεντικό και μια υπάλληλο. Εκείνος —με φωνή μεστή από εξουσία— δεν φώναζε ακριβώς, καμουφλάριζε με τα λόγια του την απειλή. Μιλούσε σαν κάποιος που γευόταν ηδονικά την ιδέα πως κρατά τη ζωή του άλλου στο χέρι, σαν να την έσφιγγε απαλά ανάμεσα στα δύο του δάχτυλα, έτοιμος να πει απλώς: Απολύεσαι. Κι αυτό να σημαίνει ρήγμα, ρήξη, ρωγμή στην κανονικότητα της υπαλλήλου.
Η κοπέλα —μια σερβιτόρα γύρω στα 25— δεν μίλησε. Μονάχα σώπαινε. Μα η σιωπή της δεν ήταν ένδειξη αδυναμίας. Ήταν μια σιωπή εύγλωττη, σαν να μιλούσε από μέσα της μια λεγεώνα παιδιών που λένε εν χορώ την ιστορία ενός παιχνιδιού που δεν τους άφησαν να παίξουν κάποιοι μεγάλοι. Έσκυψε ελαφρά το κεφάλι, όχι από ντροπή, αλλά σαν να μαζευόταν να προστατευτεί από έναν ακόμη αόρατο σεισμό.
Την κοιτούσα και ένιωθα να καθρεφτίζεται πάνω της και η δική μου αδυναμία. Πέρασε άλλη μια μέρα που γύρισα για λίγο στον εαυτό μου — κι αμέσως η θλίψη ξαναήρθε επειδή πάλι θα πρέπει να τον αφήσω, για να βάλω τη στολή του «ενήλικου», του «λειτουργικού», να συνεχίσω το κουβάλημα των υποχρεώσεων, όπως ο Σίσυφος την πέτρα του.
Ο ύπνος με υποδέχεται αλλιώς πια. Δεν φέρνει ξεκούραση, είναι διεκδίκηση. Θέλει να πάρει πίσω το σώμα μου, να καταλάβει τον νου μου, να με κατεβάσει σε μια άβυσσο χωρίς όνειρα, χωρίς πρόσωπα. Είμαι ευάλωτος, ολόκληρος μια φτέρνα. Κι αλίμονο αν βρεθεί ο Πάρης της εποχής μου, έστω με λόγια μόνο, να στοχεύσει εκεί.
Πλέον, ούτε η οργή ούτε ο πόνος δεν με ξεσηκώνουν. Μένω ακίνητος, σαν να είμαι κομμάτι της γης. Η δίνη του εφήμερου —μια ανελέητη επίθεση από ειδοποιήσεις, φωνές, προσδοκίες— με τυλίγει σφιχτά και με καθηλώνει. Και το πιο εφιαλτικό δεν είναι η δίνη, είναι η ομίχλη της κούρασης, που απλώνεται σαν πέπλο. Όλα γύρω γίνονται θολά. Σαν να μην υπάρχει πλέον γραμμή ανάμεσα στο πραγματικό και το παραισθητικό.
Μα εκείνη η σιωπή της σερβιτόρας… ακόμα αντηχεί μέσα μου. Ίσως γιατί με κάλεσε, χωρίς λέξεις, να σηκωθώ από την καρέκλα. Να μιλήσω εγώ για χάρη της. Να θυμηθώ πως κάποτε ήμασταν κι εμείς παιδιά που μιλούσαν για παιχνίδια. Πριν γίνουμε ενήλικες που σωπαίνουν μπροστά στον φόβο της απόλυσης, του κόσμου, του τέλους.
Ίσως, τελικά, να σώζει κάτι αυτή η ιστορία — όχι εμένα ολάκερο, μα το κομμάτι μου που ακόμα έχει σφυγμό και ανασαίνει.