
Ένα παιδί παρακολουθεί έναν ταχυδακτυλουργό. Εκείνος, μ’ ένα απλό μαύρο καπέλο τοποθετημένο ανάποδα, χτυπά απαλά την ράχη του με το ραβδί — και τότε, ω του θαύματος, από μέσα ξεπροβάλλει ένα λευκό, αφράτο κουνελάκι. Το παιδί στέκεται σαστισμένο. Αναρωτιέται, βάσιμα: Πού ήταν τόσο καιρό το κουνέλι; Ο ταχυδακτυλουργός, με μια απλή κίνηση, αποκαλύπτει το αδιανόητο:Ο κόσμος δεν είναι αυτό που φαίνεται. Ποτέ δεν ήταν. Και κάπως έτσι, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η ψευδαίσθηση διαλύεται. Όχι γιατί υπήρξε απάτη, αλλά γιατί η γυμνή αλήθεια δεν αντέχει να στέκεται για πολύ στο φως.
Είναι μάταιο να πιστεύει κανείς πως η λογική μπορεί να κάνει τα πάντα υποφερτά. Η ανάγκη —αυτή η αόρατη δύναμη— σε σπρώχνει να αντέξεις τα πάντα. Η λογική, όταν επιχειρεί να παρακάμψει αυτό που διατάζει η ανάγκη, γεννά την ψευδαίσθηση. Μια μεταγλώττιση του ανείπωτου και του ανυπόφορου. Μια ανακατασκευή, για να μη σταματήσεις τον αγώνα, για να μην παραιτηθείς. Το μυαλό —πάντα υπάκουο στην επιβίωση— αποδίδει το σχήμα της πραγματικότητας σε ό,τι του προσφέρει πιθανότητα συνέχειας.
Κι έτσι γεννιούνται οι συγκρούσεις· γιατί καθένας προσπαθεί να επιβάλει τη δική του βερσιόν της αλήθειας ως μοναδική και αντικειμενική. Μα στο τέλος, η «αντικειμενικότητα» της πραγματικότητας ανήκει σ’ εκείνον που έχει τη δύναμη να την επιβάλει. Όπως η Ιστορία, έτσι κι αυτή —η πραγματικότητα— γράφεται απ’ τους ισχυρούς και τους νικητές.
Ποιος, στα αλήθεια, πιστεύει ότι υπάρχει εργαζόμενος που θα συνέχιζε να υποκρίνεται πως αποδέχεται τα λόγια του εκάστοτε προϊσταμένου του, αν —έστω για μία φορά— ένας παράξενος εκατομμυριούχος αποφάσιζε να τους αποκαλύψει την κενότητα όλων αυτών των «πρέπει» και «έτσι είναι», διανέμοντας σε κάθε υπάλληλο, όχι λόγια, μα το ισόβιο εισόδημά του για τα επόμενα σαράντα χρόνια; Η εξουσία τους τελειώνει εκεί που παύει να υπάρχει εξάρτηση. Κι αν αυτό ισχύει, τότε πόσο εύθραυστη είναι η ισορροπία κάθε ανθρώπινου συστήματος… Το πιο παράδοξο, όμως, είναι η πειστικότητα με την οποία όλοι —χωρίς εξαίρεση— τηρούν τους ρόλους τους. Όσο η ανάγκη επιβίωσης το απαιτεί, η παράσταση συνεχίζεται. Ο «καλός» υπάλληλος. Ο «καλός» σύζυγος. Το «υπάκουο» παιδί. Όλοι ερμηνεύουν καθημερινά τον ρόλο τους με την επιμέλεια που επιδεικνύει ένας ηθοποιός σε μονόλογο, προσθέτοντας —όταν χρειάζεται— λίγο ηθικό μακιγιάζ και μια περούκα συναισθηματισμού. Το σύστημα, από τη μεριά του, επιδοκιμάζει. Χειροκροτεί. Εξυμνεί την αρετή της πειθαρχίας. Γιατί γνωρίζει καλά πως δεν υπάρχει θέση για όλους στην ευημερία. Το πλεόνασμα των λίγων απαιτεί τις ελλείψεις των πολλών. Έτσι δουλεύει η μηχανή. Ξυπνάς το πρωί για δουλειά όχι επειδή θες, αλλά επειδή δεν έχεις την πολυτέλεια να μην το κάνεις. Και σ’ ένα φανταστικό σενάριο επιστημονικής φαντασίας, όπου όλοι αποκτούν μέσα σε μια νύχτα εκατομμύρια,ποιος θα σηκωνόταν στις τέσσερις το πρωί για να σου ψήσει το ψωμί που θεωρείς αυτονόητο;
Θα μου πεις τώρα: «Τι σε έπιασε και τα σκέφτεσαι όλα αυτά με τέτοια οργή;» Η απάντηση είναι απλή: Τελείωσε η άδειά μου.
Όταν ήμουν μικρός, ονειρευόμουν να μάθω λίγα ταχυδακτυλουργικά κόλπα. Όχι για να εντυπωσιάσω. Μα για να βλέπω στα μάτια των άλλων εκείνη τη μικρή έκρηξη έκπληξης, εκείνο το φευγαλέο θαύμα. Κάποιες μέρες, όμως, δεν μπορώ να μην το σκέφτομαι: Το μόνο που κατάφερα τελικά … ήταν να γίνω το κουνέλι στο καπέλο κάποιου άλλου.